j
  /  Blog   /  Το ποίημα της εβδομάδας – Κριστιγιόνας Ντονελάιτις “Τα καλά του Χινοπώρου”
https://parallaximag.gr/life/prosopa-allios-giorgos-alisanoglou

Το ποίημα της εβδομάδας – Κριστιγιόνας Ντονελάιτις “Τα καλά του Χινοπώρου”

Κριστιγιόνας Ντονελάιτις

[ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΟΥ ΧΙΝΟΠΩΡΟΥ]
Πέφτει ο ηλάκης και πάλι ξανά μας αφήνει
Και βασιλεύει γοργά και το βράδυ ξανά πλησιάζει.
Να, τις αχτίνες του κρύβει από μας πιο πολύ κάθε μέρα.
Κι ολοένα οι σκιές κάθε μέρα τρανεύουν κι απλώνουν.
Να φυσάν οι αέρηδες πιάνουν αγάλι-αγάλι        5
Κι από ζέστη ό,τι έμεινε γοργά φοβερίζουν και διώχνουν.
Έτσι ξανά κι ο καιρός να δροσίζει έχει πιάσει
Και τα γερόντια τα βάζει προβιά να φορέσουν.
Γέρο κακό και τη γριά πα στη σόμπα τους στέλνει,
Και τσ’ άλλους να μπουν στην καλύβα για να ζεσταθούνε   10
Και σούπα ζεστή και φαγιά χλιαρά για να φάνε.
Η γη κι ό,τι έχει επάνω της κλαίει μουσκεμένη
Όταν την πλυμένη ράχη τσ’ οι ρόδες μας γδέρνουν.
Κει που πριν το φορτίο μας έσερναν εύκολα δυο αλογάκια,
Τέσσερα άλογα τώρα πολεμάν και δε φτάνουν.                15
Στο αξόνι τσ’ η ρόδα γυρίζει και αγκομαχάει
Και πετάει δώθε-κείθε κομμάτια από βρώμικο χώμα.
Να, τα χωράφια παντού που μουσκίδια μουλιάζουν,
Κι η βροχή των ανθρώπων τις ράχες ξεπλένει και δέρνει.
Τα παλιοπάπουτσα και τα κουρέλια μες στο μουσκίδι         20
Και βρωμισιές σαν ζυμάρι πατάνε ολοένα.
Αχ, γλυκές μέρες της άνοιξης, πού ’χετε πάει,
Σαν του σπιτιού τα παράθυρα πρώτα φορά που ανοίγαμ’
Και τις αχτίνες του ήλιου που νοιώθαμε να μας ζεσταίνουν;
Σαν να ’ταν όνειρο πού ’δαμε μέσα στον ύπνο έχουν φύγει,       25
Και σαν ξυπνήσουμε λίγο θυμόμαστ’ ακόμα,
Έτσι μας ξέφυγε όλη η χαρά με το θέρος αντάμα.
Και τώρα λασπούρες, βρωμιές, σαν πατούν τα τουζλούκια,
Να πιτσιλάνε ολούθε σαν σούπα που βράζει.
Όλα όσα γιόρτασαν μ’ όλη τη χάρη το θέρος           30
Ή πεταρίζοντας χόρευαν, κι ευτυχισμένα γελούσαν,
Όλα όσα ορθώνονταν περήφανα μέχρι τα ουράνια
Κι έτρωγαν μες στη χαρά με τα ζούδια τα σπόρια,
Όλα μας έφυγαν κι έτρεξαν να μας κρυφτούνε.
Έτσι θλιμμένα παντού τα χωράφια μας μείναν,          35
Κι όλη η μορφιά τους σαν τάφος παλιός μοιάζει τώρα.
Θάμνους και δάση χαρούμενα ο Χάρος τα παίρνει,
Και τις μορφιές τους μανιάζοντας δέρνει η μπόρα.
Κλώνια που κάτω απ’ τα φύλλα τσ’ μικρά
εγεννιόνταν
Και στη φωλίτσα τιτίβιζαν κι έκλαιγαν όπως στην κούνια     40
Ή σαν μεγάλωναν γελώντας πηδούσανε έξω
Και τη θροφή τους χωρίς τη μανούλα πετούσαν και πιάναν,
Τούτα τα μέρη παντού εχαλάσαν κι εκείνα,
Και δώθε και κείθε πηγαίνουνε σαν ξεροκλάδια.
Κει που ο αρκούδος στα κούτσουρα μάζευε μέλι,          45
Κι τα μωρά της εβύζαινε και σιγογρύλιζ’ η αρκούδα,
Κει που τα ελάφια των λύκων των άγριων τρέμαν τα νύχια,
Και τα μικρά τους οι λύκοι να σκούζουν, ν’ αρπάνε μαθαίναν,
Κει που ο γέρακας με τα μικρά του χλαπάκιασε κότες,
Και τα κοράκια χηνόπουλα πλήθος από μας βουτήξαν,         50
Κι εκεί, κοιτάχτε, κι εκεί οι χαρές πώς πεθάναν,
Και μόνο οι κάργιες ακόμα τα χάλια τ’ χινόπωρου υμνούνε. […]
****
Δ: Πατρ. Ιωακείμ 8, Θεσ/νίκη Τ:231 022 0545 info@saixpirikon.com
Social Media
Τα 20 τελευταία